Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

Σαν σήμερα


Σαν ίσκιος κάθεσαι κατάχαμα
και σβήνεις στην αναπνοή σου
τα κεράκια από τα μελλούμενα γραμμένα μου.


Σαν ήλιος δαγκώνεις τους μορφασμούς μου
παλεύεις να κάψεις με την ματιά σου
τις μοίρες του παρελθόντος χρόνου μου.


Κυπαρίσσι ψηλό θαρρείς πως είσαι,
κλέβεις τα μυστικά μου
και ορθώνεσαι εμπρός τους
γνωρίζοντας από πριν την καταδίκη μου


Πέτρα στιβαρή η ανδρίκια ύπαρξη σου
κλεμμένα συγχαρήκια μοιάζουν τα στήθια σου
μύριες δικές μου σιωπές κέρδισες για να σταθείς
αγέρωχος εμπρός τους,
σε κοιτώ


Θαρρείς εξουσιάζεις την παρουσία μου;
Καγχάζεις στα υγρά μονοπάτια της συντροφιάς σου
Νοιώθεις να με κυριεύεις ακόμα,
σε αναζητώ


Αλήθεια ακόμα νοσταλγείς
τα από καιρό κατακτημένα;
Δώσε στα θέλω σου φωτιά
Ίσως να παραλύσουν τα πρέπει
που σε κέρωσαν


Η πλεονεξία της φειδωλής ιδιοκτησίας
Της σάρκας και του νου
Σε έστειλε στον Άδη της φτηνής αιδούς της
Καληνύχτα αγάπη μου, σε 'πνιξαν οι κτήσεις

Σάββατο 12 Απριλίου 2008

Για ποίον έρωτα μου μιλάς;


Καμία φορά ρωτάν πολλοί, γιατί θέλετε πια να αλλάξετε τον κόσμο, τι είναι αυτή η εμμονή με την εκμετάλλευση και την αλλοτρίωση;

Φτιάξε την δική σου δουλίτσα, να μην έχεις αφεντικό, βρες και έναν λυγερόκορμο, να σου αραδιάσει τα κουτσούβελα, βγες στην γύρα, γλέντα, κάνε και κανένα ταξίδι σε κάποιον εναλλακτικό τουριστικό προορισμό, άκου λίγο Σαββόπουλο, δες και καμία ερασιτεχνική παράσταση και εκεί που θα τα πίνεις με όλους τους άλλους ματαιωμένους, θυμήσου και λίγο τον Μαρξ, έτσι για την σφραγίδα του επαναστάτη.

Αλλά κοπελιά μου, άσε τις δοξασμένες χίμαιρες για την βιβλιοθήκη σου…


Σαστίζω καμία φορά, μπροστά σε τόσο κομφορμισμό, και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω

Και κάπου εκεί, μου έρχεται στο μυαλό το όνειρο της νένας μου, και των κοριτσιών από τα σχολικά μου χρόνια, και μετά οι τόσο φρικτές συζητήσεις των εξοργισμένων νιάτων και μη, όταν η Μαργαρίτα πάει με τον Κωνσταντίνο για ένα βράδυ μονάχα!, και ο Λάμπρος απατήσει την Πέρσα με τον Θανάση…

Εντάξει είναι και εκείνα τα πιο σοφτ, όταν ο Γιάννης ερωτευτεί την Αφροδίτη και εκείνη του ζητήσει γάμο τώρα και όχι αύριο.

Και πώς να απαντήσεις μετά, πως γι αυτό θέλω να αλλάξω τον κόσμο, γι αυτό ο καπιταλισμός πρέπει να ανατραπεί, γιατί μήτε τον έρωτα δεν γευόμαστε, ακόμα κ αυτόν πίσω από έναν ορυμαγδό ψευδεπίγραφων ονείρων και συμβάσεων, προσπαθούμε να τον βιώσουμε


Θα αφήσω να μιλήσει η τέχνη, που ξέρει καλύτερα να αποκρυσταλλώνει την αλήθεια

« Η μυθολογία δεν άφησε κανέναν Άδωνι να γεράσει. Τον φόνευε κάθε χειμώνα, τον μοιρολογούσε και τον ανάσταινε, πανηγυρίζοντας, αμετάλλογο, με την άνοιξη, για την άλλη ακόρεστη κι ανανεωμένη, με διάφορα κόλπα αυτή, την Αφροδίτη.

Θεά του έρωτα; Λάθος. Η ελευθερία! Το ίδιο απολίθωσε και την ομορφιά του Νάρκισσου σ ένα μεθυστικό λουλούδι. Ας τους άντρες να ψάχνουν τον φαλλό τους γερνώντας και να νομοθετούν απαγορεύσεις για μας, διαπιστώνοντας ότι η γαμική αιωνιότητα απαιτεί αναγέννηση άρα και θάνατο. Ωραία μας την φέρανε! Η νιότη είναι τόσο φευγαλέα όσο κι ο θεός. Υπάρχουν;»

Έρωτας, φιλία, γάμος, παιδιά, οικογένεια, ομορφιά, νιότη, σπινθήρες στα μάτια

Φωτιά η γλώσσα μας..

Κάθε μέρα, τόσες πολλές επαναλήψεις, τόσοι στοχασμοί…

Και κάθε φορά, ξεκομμένα, από την έξω ζωή

Σαν να προστάζουμε τον εαυτό μας να διαχωρίσει το κοινωνικό είναι του, με το ερωτικό…

Σαν να θέλουμε να πείσουμε την φύση μας, πως αφού μας ξεζούμισε η μέρα όλα τα κουράγια μας, όλα μας τα ερεθίσματα και τα ευτυχισμένα χαμόγελα, ξάφνου όταν κλείσει η πόρτα και φανεί η θέα τους γυμνού κορμιού του πόθου μας, όλα γίνονται χτες…

Πόσο αλήθεια αντέχουμε την αλήθεια; Και ποία είναι αυτή, για να μπορεί γυμνή, αισθαντική, ρηξικέλευθη, ωμή να κάνει έρωτα στην ουσία μας, και να μας οδηγήσει στην απελευθέρωση από όλα τα δεσμά του μικροαστικού οργασμού μας…

Και εκεί έρχονται τα λόγια ενός ποιητή, να δέρνουν τον ιδιοκτησιακό οργασμό που πεθαίνει κάθε δύναμη πραγματικής, ουσιαστικής αλληλο-ύπαρξης των εραστών


Άδειασες ύπουλα το εγώ σου στο εγώ μου
πέρασες μέσα απ' το μυαλό μου στους ιστούς
κι όταν ζητάω να ξαναβρώ τον εαυτό μου
δεν έχω πια ούτε εγώ ούτε γνωστούς
να μου θυμίζουνε το τέως είδωλό μου

Ο ένας για τον άλλο ένα και το αυτό
κι ο ένας μες τον άλλο ένας και κρυφτό

Κόλλησες βίαια τη σκιά σου στη σκιά μου
για να 'μαι ανύπαρκτος σε φώτα χωριστά
κι όταν γυρεύω αυτά που νόμιζα δικά μου
δε βρίσκω ούτε απ' τη σκιά μου ποσοστά
να συμπληρώσουνε το πρώην περίγραμμά μου

Ο ένας για τον άλλο ένα και το αυτό
κι ο ένας μες τον άλλο ένας και κρυφτό

Μίλα ψυχή μου

Ποιος είσαι, φίλε
δε σε ξέρω, φίλε
πες μου τ' όνομά σου
άλλα λόγια δε ρωτώ απόψε.


Τσιγάρο, φίλε
τη φωτιά σου
δως μου
κάθισε κοντά μου
λίγο έτσι για να ζεσταθώ απόψε.


Κι αν κλάψω, φίλε
θα 'ναι που 'μαι μόνη
και φοβάμαι, Θέ μου
δείχνω μα δεν είμαι δυνατή.

Τα φώτα σβήσε
και την πόρτα κλείσε
πλάι σου θα πέσω
πέτρα στο νερό και ας χαθώ απόψε.

Τρομάζω, φίλε
φλόγα η ματιά σου,

άγγελε της νύχτας

στις φτερούγες σου θα μπω απόψε.


Ρωτάς ποια είμαι
ποια στ' αλήθεια είμαι
να που κάποιο ψέμα
πρέπει να βρω πάλι για να πω απόψε.

Μη φεύγεις, φίλε
λίγο ακόμα μείνε
πώς φοβάμαι, Θέ μου
δείχνω μα δεν είμαι δυνατή.


Αντίο, φίλε
μόνη τώρα μένω
κάποιο τρόπο θα βρω
για να ξεχαστώ και πάλι απόψε, φίλε.

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

μέχρι τέλους

Κόντρα στο καιρό,
κόντρα σε όσα θέλουν να μας ταισούν
τα δουλικά των αφεντάδων

σε όσα νομίζουν πως μας παρασέρνουν
οι εραστές, των δικών ...μας
κτητικών ονειρώξεων


Μην βιάζεσαι αγαπούλα

μην τράβας το σκοινί αγαπημένη

μην δίνεις ουσία στην πακτωλή ύπαρξη μου

κρατήσου, μάζεψε δυνάμεις

σκέψου, μιλά, δώσε κι άλλο

μα μην ζητάς, είναι αμαρτωλό

δεν θα πάρεις τίποτε

μονάχα όσα προκαλείς

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008


Λιλή Ζωγράφου, η Αλήτισσα των τεχνών

«Αχ, μωρέ Λιλή, που πήγες και μας πέθανες...». Και τώρα, τι θα κάνουμε; Ποιος θα τους τα λέει χύμα; Ποιος θ’ αναστατώνει τις κυράτσες και τους βολεμένους; Μεγάλη ζημιά μας έκανες μωρέ Λιλή... Αρχόντισσα κυρά... Μάνα... Αδελφή... και Φως!

Τι πρόλογο να γράψω; Τι να πω; Το ξέρω! κάπου θα ’σαι τώρα, θα με βλέπεις και θα γελάς, θα με κοροϊδεύεις: «Τι κάθεσαι κι ασχολείσαι μαζί μου ρε κουτό!» θα σκέφτεσαι... «και χάνεις και τον ύπνο σου για μένα. Εγώ καλά πέρασα, εσύ δες τι θα κάνεις...».*

Τι μπορεί να πει κανείς για την γυναικά αυτή; Ποιες λέξεις ταιριάζουν σε μια γυναίκα που τίμησε το γένος της, την ταξική της καταγωγή κ τον ρόλο που η ίδια διάλεξε να παίξει μέσα από την πεζογραφία, την δημοσιογραφία, την ιστοριογραφία, την λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο, τις τέχνες εν γένει, με τον πιο ειλικρινή, μεστό, αγωνιστικό τρόπο.

Μια αλήτισσα αληθινή, μια μεροκαματιάρισα της τέχνης του επαναστατικού ζην. Γεννημένη το ΄22, πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με τη συλλογή διηγημάτων "Αγάπη" το 1949. Πολυταξιδεμένη στην ανατολική κ κεντρική Ευρώπη, υπήρξε πνεύμα ατίθασο που ύψωνε πάντα το ανάστημά της δεν χαραμιζόταν σε ανθρώπους και καταστάσεις, που η ίδια δεν εκτιμούσε. Στο επίκεντρο της ριζοσπαστικής κ καυστικής πένας της, βρίσκεται πάντα η γυναίκα, τα προβλήματα της και οι αγώνες της για χειραφέτηση και ανεξαρτησία. "Είμαι παθιασμένη αντιφεμινίστρια για τον απλό λόγο ότι είμαι ευτυχής που γεννήθηκα γυναίκα", δήλωσε μετά το τελευταίο βιβλίο της. Έκαμε τρεις γάμους και απέκτησε μια κόρη, την ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη.

"Αν ξαναγινόμουν 20 χρονών, θα ξεκινούσα από τις κορυφές των βουνών αντάρτης, ληστής, πειρατής να ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους όσο και εκείνων που εθελοτυφλούν.

Αν κ τα τσιτάτα πολλές φορές μπορούν να διαστρεβλώσουν όσα κάποιος ήθελε να πει μέσα από τα κείμενα που πάρθηκαν, σας τα παραχωρώ, όπως κ εγώ τα βρήκα, προς προβληματισμό, αναμόχλευση ιδεών κ προτύπων, προς ένα ταξίδι ανατροπής!

Για τους Έλληνες
"Οι Εβραίοι είχαν την ευφυΐα της προοπτικής. Το ίδιο και οι Γάλλοι. Δηλαδή τι το γεννάει αυτό, τι το προκαλεί αυτό δεν έχει σημασία. Άλλοι είναι οι λόγοι που οι Γάλλοι έχουν αυτή τη τεράστια προοπτική και που λειτουργούν με σαράντα χρόνια προοπτική, το οποίο είχαν και οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες. Ο Αδριανός έκανε σχέδια για όταν θα καταχτούσανε και θα ησύχαζαν την ανεξημέρωτη Γερμανία. Πως θα προέκτεινε την αυτοκρατορία του ως εκεί, ως τα ψηλά, ως τη Βόρεια Θάλασσα. Λοιπό καταλαβαίνετε ότι οι Έλληνες είναι οι μόνοι που δεν έχουν καμία προοπτική, δεν σέβονται και δεν εκτιμούν τίποτα που κάνει ο προηγούμενός τους. Απόδειξη ότι έρχονται στην κυβέρνηση και τα χαλούνε όλοι που έφτιαξαν οι προηγούμενοι"

Για τους πολιτικούς
"Οι εκάστοτε κυβερνώντες, από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και μετά, δεν είχανε κανένα πατριωτικό συναίσθημα γιατί δεν είχαν επίγνωση για την Ελλάδα που κυβερνούσαν. Δηλαδή δεν ήξεραν το ποιόν, δεν ήξεραν το ζυμάρι της Ελλάδας ποιο είναι. Δεν το πονούσαν, δεν το πονούν ακόμα και τώρα."

Για τους άνδρες
"Δεν τους βρίζω τους άνδρες, τους θεωρώ υπεύθυνους, για την απόγνωση της ανθρωπότητας"

Για τις γυναίκες
"Τις γυναίκες δεν τις θωρώ Αγίες, τις θεωρώ ηλίθιες. Με συγχωρείς τις θεωρώ σχεδόν ηλίθιες. Υποκρίτριες, ανασφαλείς, ανειλικρινείς."

Για τα γυναικεία πρότυπα
"Από την μαντάμ Κιουρί ως τη Μελίνα. Μιλάω για δυο διαφορετικές γυναίκες: η Μελίνα ήταν ο αφρός, η μαγεία, που κάθε γυναίκα θα ήθελε να ταυτιστεί μαζί της. Η Κιουρί ήταν ένας μεστός άνθρωπος από διανόηση. Δύσκολο να βρεις τα στοιχεία της μιας και της άλλης στην ίδια γυναίκα"

Για τα αρνητικά γυναικεία πρότυπα
"Οι γυναίκες που πάνε σ 'έναν άντρα σκόπιμα, σ 'έναν άντρα ηλικιωμένο και κάνουν ότι σπαρταρούν στην αγκαλιά του. Ένα τέτοιο πρότυπο θα έλεγα είναι η Δήμητρα."

Για το φεμινισμό
"Ο φεμινισμός θα πει καθολική απελευθέρωση. Ο φεμινισμός όπως εννοείται στην ιστορική παράδοση, είναι ένα είδος επανάστασης φυλετικής.
Εγώ δεν αισθάνθηκα ποτέ μακριά από τους άντρες, δεν αισθάνθηκα να διεκδικώ κάτι από τους άντρες και να μην το πήρα.
Είμαι παθιασμένη αντιφεμινίστρια για τον απλό λόγο ότι είμαι ευτυχής που γεννήθηκα γυναίκα. Και τι θα γινόμουν πως θα 'παιρνα τόσες και τέτοιες ηδονές αν δεν υπήρχαν οι άντρες."

Για τη γνώση
"Η μεγάλη γνώση δεν αποκτιέται μόνο με βιώματα, ας μην κοροϊδευόμαστε. Η μεγάλη γνώση αποκτιέται με διάβασμα, με μελέτη ή έστω να βρίσκεσαι σε ένα περιβάλλον υψηλής καλλιέργειας. Και δεν νομίζω ότι η γνώση αποκτιέται τόσο εύκολα. Η γνώση είναι δύσκολο πράγμα και εκεί που μας πληγώνει είναι να βλέπουμε τους Έλληνες τόσο ανίδεους."

Για το γήρας
"Δεν έρχεται με τα χρόνια. Έρχεται με τις δυνάμεις μου.
"Δεν έχω, λοιπόν, πια δυνάμεις, για να έχω ένα μεγάλο σκυλί."

Για το θάνατο
"Με συμπαθάτε, αλλά το θάνατο τον έχω χεσμένο"

«Δίνω την εντύπωση ότι μισώ και όμως γράφω στίχους ακριβής αγάπης»


Και μια συνέντευξη της Γυναίκας

Έξω βρέχει δυνατά-της αρέσει η βροχή. Η δαντελένια κουρτίνα είναι τραβηγμένη, οι σταγόνες πέφτουν με δύναμη στο κάγκελο του μπαλκονιού, από κει και πέρα υπάρχει το γκρίζο της καταιγίδας και πίσω τα σκοτεινά παράθυρα της απέναντι πολυκατοικίας-τυπικό σκηνικό του κυριακάτικου απομεσήμερου. Καθόμαστε στο σαλόνι ενός τυπικού διαμερίσματος στον 5ο όροφο μιας πολυκατοικίας της οδού Διδότου, που εκείνη το έχει μεταμορφώσει σ'ένα ξεχωριστό σπίτι. Με τα παλιά έπιπλα, τα σπάνια ξυλόγλυπτα κουρτινόξυλα, τα βανετσιάνικα ποτήρια στον μπουφέ, τους καθρέφτες με τις υπέροχες κορνίζες, τους πίνακες, τις φωτογραφίες και τα πορτραίτα ανθρώπων στις άσπρες επιφάνειες των τοίχων - στο γραφείο ο Γεφτουσένκο, ο Κάφκα, ο Υβ Μοντάν, ένας αγαπημένος φίλος που έφυγε για πάντα, ο Τζέρεμυ Άιρονς, αλλού η Γκρέτα Γκάρμπο-η ζωή της όλη σκέφτομαι σε κύκλους επάλληλους...

Η ίδια γεμάτη από το άρωμα αυτής της ζωής, τον διαχέει στον χώρο. Μου λέει να κοιτάξω έναν πίνακα του Μιγάδη-την Κυρία με τα Ροζ-να τον κοιτάξω απλώς, τίποτε άλλο...Στη «γωνιά» της, εκεί που δέχεται τους φίλους της, ο καναπές και οι πολυθρόνες, με τα μαλακά κεντημένα μαξιλάρια, είναι ντυμένα με ένα ξεθωριασμένο βυσσινί βελούδο , το παλιό ανάκλιντρο πιο κει, το 'χει από τη μάνα της. Ζει μόνη με τον κεραμιδόγατό της, τον Πόπη, την περσική της γάτα, την ωραία κι απόμακρυ Ντορέτα, και το σκύλο της, τον Μπόνυ, ένα ηλικιωμένο πομεράνιαν. Είναι παρόντες όλοι, ο καθένας με το στυλ του, στην κουβέντα, την αγγίζουν, την κοιτάζουν, υπάρχει συντροφικότητα, συνενοχή...

Φοράει μαύρο παντελόνι και γκρι πουκάμισο, τα μαλλιά της είναι γκρίζα, μου κάνει εντύπωση η επιδερμίδα της, λεπτή και διάφανη. Καπνίζει συνέχεια και πίνει βότκα σιγά, σιγά, γουλιά γουλιά. Με κοιτάζει με δυνατά, ήσυχα μάτια, αυτή που η λέξη που θα ταίριαζε στη ζωή της είναι «τρικυμία» ή θύελλα. Εικοσιπέντε βιβλία-μυθιστορήματα και δοκίμια «ανατρεπτικά»-στάση ανατρεπτική και συμπεριφορά προκλητική απέναντι στο «κατεστημένο», μια κόρη , η ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη, μεγάλοι έρωτες, τρεις γάμοι, τρεις απόπειρες αυτοκτονίας. Το μυθιστόρημά της «Η Αγάπη Άργησε μια Μέρα» γίνεται σήριαλ από τον Κώστα Κουτσομύτη, ανοίγοντάς της και τον δρόμο της τηλέορασης.

-Είναι σημαντικό αυτό για σας;

-Όχι δεν είναι καθόλου σημαντικό αυτό για μένα. Κατ'αρχήν, διότι εγώ δεν αποβλέπω στο να πουλήσω από την τηλεόραση. Το βιβλίο κυκλοφορεί τρία χρόνια και εξακολουθεί να είναι μπεστ σέλερ , έφτασε τα 130.000 αντίτυπα και έχει διαβαστεί από πολύ περισσότερους βέβαια, έκανε τον κύκλο του. Η συμφωνία για την τηλεοπτική μεταφορά του κλείστηκε όταν πρωτοκυκλοφόρησε, σήμερα δεν θα το έδινα. Πέρα από αυτό είμαι πάρα πολύ επιφυλαχτική ως προς την απόδοση.

-Εσείς τι θέλατε να πείτε με το βιβλίο;

-Έχει σημασία να σας πω πώς το έγραψα αυτό το βιβλίο. Είχα στη Νεάπολη της Κρήτης, το χωριό όπου γεννήθηκε ο πατέρας μου, κάτι θειάδες, πρώτες ξαδέλφες δικές του, επτά τον αριθμό, όπου και στο βιβλίο, που ήταν όλες γεροντοκόρες. Τραγικές φυσιογνωμίες που εγώ τις λάτρευα και τις έκλεβα. Πήγαινα στο σπίτι τους, εγώ που δεν είχα σχέση με κανένα συγγενή, κι έκλεβα την ποιότητά τους, έκλεβα το υλικό τους, έκλεβα την υπόστασή τους την τόσο μακρινή από μας και έλεγα πως κάποτε θα τις γράψω.

-Πώς δεν είχατε σχέση με κανένα συγγενή σας;

-Ήμουν αντισυγγενική. Διότι η ζωή που ζούσα εγώ δεν ήταν της εγκρίσεως του καθώς πρέπει κόσμου. Κι εγώ ανήκα σε μια καθωσπρέπει οικογένεια.

-Τι κάνατε δηλαδή;

-Είχα καταρχήν ξεφύγει, με τα μέτρα και τις αντιλήψεις της εποχής, απ΄το σπίτι μου, απ΄την οικογένεια μου. Είχα εραστές με το τσουβάλι, είχα σχέσεις ελεύθερες. Ο πατέρας μου, που ήταν δημοσιογράφος, εκδότης μιας μεγάλης εφημερίδας στην Κρήτη, κι έγινε μετά υπουργός Τύπου στην κυβέρνηση Τσουδερού, με απειλούσε και μου απαγόρευε να κυκλοφορώ στην πλατεία Συντάγματος, γιατί εκεί κοντά ήταν το στέκι του. Μου έλεγε ότι αν με δει, έχει το περίστροφό του επάνω του και θα με σκοτώσει.

-Τον αψηφούσατε;

-Ε, είχα μεγαλώσει αρκετά πια για να πιστεύω αυτούς τους παλικαρισμούς, αλλά φοβόμουν τον μπαμπά μου. Γιατί ήταν ικανός να μου δώσει και δυο σκαμπίλια στη μέση της πλατείας. Από το άλλο μέρος, η μαμά μου και οι τρεις αδελφές μου-μεγαλύτερες μου, καλλονές όλες, αλλά απάντρευτες-δεν μου συγχωρούσαν την ανεξαρτησία μου αυτή και με κατηγορούσαν για πουτάνα. Θεωρούμουν η ντροπή της οικογένειας.

-Οι θείες από την Κρήτη σας αποδέχονταν;

-Στις θείες επειδή ήταν μεγαλομανείς-κι αυτό το στοιχείο που το έχω έντονο στο βιβλίο, φοβάμαι ότι ότι δεν το'χει πιάσει ο σκηνοθέτης-άρεσε πάρα πολύ που ασχολιόμουν με τα γράμματα και τις κολάκευε ότι πήγαινα στο χωριό να τις δω. Ζούσαν σε ένα σπίτι παλιό σαν κι αυτές , παμπάλαιες όλες, με δέρματα τρυφερά, ωραία, ανήλιαγα, χλωμά, φιλντισένια κάποτε ...Και πριν από τρία περίπου χρόνια, οι δυο αδελφές μου μ'έκαναν να καθίσω κάτω και να τις περιγράψω.

-Με ποιόν τρόπο;

-Αρρώστησαν κι επειδή, μισότρελες καθώς ήταν, δεν ανέχονταν κανέναν ξένο να τις περιποιείται, έπεσαν στα χέρια μου να τις νταντεύω και να τις προσέχω, αυτές που με κατάγγελναν και με κατηγορούσαν σαν πουτάνα ως την τελευταία τους στιγμή. Τέλος πάντων, όταν προχώρησαν οι αρρώστιες τους, είπα: «Λιλή, πρέπει να σωθούμε, πρέπει να βρούμε κάτι άλλο να σκεφτόμαστε εκτός από την Ιωάννα και την Έλσα». Και τότε είπα «θα γράψω τις θείες». Κάθισα λοιπόν στο γραφείο μου και άρχισα να εκμαιεύω το μυθιστόρημα. Αλλά, βέβαια, έβρισκα ένα στοιχείο δύσκολο σ 'αυτό, διότι η ερημιά δεν έχει υπόθεση. Η ερημιά δεν περιγράφεται.

-Δεν υπήρξε δηλαδή Ιταλός;

-Όχι καλέ, παρθένες πεθάνανε και οι έξι απ 'τις εφτά αδελφές! Τον εφηύρα τον Ιταλό, κατ αρχήν, διότι κάποιος έπρεπε να πηδήξει εκεί μέσα. Διότι έπρεπε να δημιουργηθεί υπόθεση.

-Γίνεται ήδη μια συζήτηση αν το μυθιστόρημα είναι «φεμινιστικό» ή «αντιφεμινιστικό»...

-Δεν δικαιώνει τις γυναίκες αυτό το μυθιστόρημα, εγώ βρίσκω ότι συντρίβει τις γυναίκες. Βέβαια έχω ξεφτιλίσει και τους άντρες, τα αδέλφια τουλάχιστον της οικογένειας ξεφτιλίζονται. Μαλάκες βγαίνουνε.

-Είστε φεμινίστρια;

-Όχι εγώ δεν είμαι φεμινίστρια. Αντιπαθώ τον όρο, αντιπαθώ την ηλίθια χρησιμοποίησή του στην Ελλάδα, από την Μάργκαρετ Παπανδρέου ξεκινώντας, η οποία είχε γίνει ηγέτης των επαναστατημένων γυναικών, ενώ έτρωγε το κέρατο σύννεφο κι ανεχόταν τα πάντα. Η κυρία Μάργκαρετ Παπανδρέου ξεφτίλισε το κίνημα των γυναικών, το οποίο εγώ δεν θα το έλεγα φεμινιστικό. Ονειρεύομαι να μην πεθάνω, αν δεν βρω ένα όνομα που να εκφράζει τον φεμινισμό, ένα ελληνικό όνομα όμως –θα 'θελα πολύ να έχω αυτή την ευρεσιτεχνία.

-Γιατί αυτό το πάθος;

- Διότι από την αρχαία Ελλάδα ξεκίνησε η καταδίκη της γυναίκας. Όταν σκεφτείτε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες είναι υπεύθυνοι για την ταπεινωτική συμπεριφορά που επιβλήθηκε παγκόσμια κατά της γυναίκας, θα καταλάβετε ότι είναι ντροπή να λέμε το φεμινιστικό κίνημά μας για να κερδίσουμε την αξιοπρέπεια μας απέναντι στους αρσενικούς.

-Πέρα από το πάθος και τα πάθη, προοπτική ισότιμης προσέγγισης των δυο φύλων βλέπετε να υπάρχει;

Ναι διότι πιστεύω ότι οι άντρες θα πάψουν να είναι τόσο υπερφίαλοι, τόσο εγωιστές ώστε να θέλουν η κατάκτηση μιας γυναίκας να είναι ο θρίαμβός τους. Θα γίνουν σεμνοί ώστε να χρειάζονται και αυτοί μια γυναικεία συντροφιά.

Συνέντευξη της Λιλής Ζωγράφου στην Όλγα Μπακομάρου στο περιοδικό «Γυναίκα» τεύχος Μαρτίου 1997. Αναδημοσιεύεται όπως μας την παραχώρησαν σε μάθημα στο Πανεπιστημίο.


Στην υγεία σου Γυναίκα, στις υγείες μας Αντάρτισσα!



* από http://zwgrafou.bravehost.com/

** άλλες πηγές www.enet.gr, www.komvos.edu.gr







Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Ρίτσος-Λεοντής, καπνισμένο τσουκάλι

Τραγούδια που γράφτηκαν μέσα στην χούντα, κι βγήκαν σε δίσκο, λίγο μετα το 1975. Στίχοι του μεγάλου επαναστάτη Γιάννη Ρίτσου κ σύνθεση του μοναδικού Χρήστου Λεοντή. Αξέχαστες ερμηνείες ψυχής κι όχι απλά φωνής του Αρχάγγελου της Κρήτης, της λατρεμένης μου Τάνιας κ του αξέχαστου Βασίλη Μπάρνη, που μετά το Τσουκάλι χάθηκε απο τα μουσικά δρώμενα.
Στον δίσκο αυτό, που σε όσους τον έχουν το γλυκό τσιτσίρισμα του πικ απ, απο τις χιλιάδες φορές που τον έπαιξε, μας θυμίζει κάθε φορά που το ξαναακούμε πόσα όνειρα κάναμε στο άκουσμα του, πόσες ελπίδες μας γέννησε, πόσους έρωτες αποχαιρετήσαμε, με πόσους συντρόφους λογομαχήσαμε για όλα τα θέματα του κόσμου υπο τους ήχους του κι μετά χαμογελάσαμε καθώς ακουγαμε...το εμείς αδερφέ μου.
κι έπειτα τις δύσκολες στιγμές μετά τις απογοητεύσεις της καθημερινότητας, ο ήχος της μουσικής κ η φωνή του κρητικού λυράρη, μας ανεβάζαν την ψυχή, μας την γεμίζαν πίστη κ αισιοδοξία κ έτσι το επόμενο πρωί το χαμόγελο κ η μαχητικότητα φουντώναν στις καρδιές μας.
Τυχεροί όσοι ακούσαν τον λυράρη της Κρήτης να το τραγουδά ζωντανά μπροστά τους, για τις επόμενες γενίες μας μένει η θύμηση του...υπεραρκετή κι αυτη.
Για τα λόγια του Ρίτσου, δεν έχω να πω κάτι, όλα θα ταν λίγα κ λειψά. Φτάνει μονάχα να πω, πως η απλότητα, η μεστότητα κ η δίχως στολίδια σιγουριά για την νίκη μας, είναι τα ελάχιστα που μπορεί κανείς να αναγνωρίσει
σε μια πρώτη ανάγνωση.
Ένα έργο που στηρίζεται σε όργανα όλων των ειδών (παραδοσιακά, πνευστά, «κλασικά»).
Μια τελευταία πληροφορία πρίν σας αφήσω στους στίχους, να σας ταξιδέψουν..
Το τραγούδι «Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν», το οποίο αποδίδει με τον ιδανικότερο τρόπο η Τάνια, το έγραψε ο Ρίτσος το 1948, στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Πολιτικών Κρατουμένων στο Κοντοπούλι Λήμνου και οι περιγραφές του είναι πράγματι συγκλονιστικές.

Άυριο μπορεί να μας σκοτώσουν

Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο, το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο, όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος,
παράνομη και η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο,
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας, τη φωτογραφία της αγαπημένης μας,
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς, ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο,
κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν.


Αυτά τα κόκκινα σημάδια

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να 'ναι κι από αίμα.
Όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα,
μπορεί να 'ναι κι απ' το λιόγερμα, που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.

Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν
και ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ' τα κάγκελα,
είναι οι φωνές των παιδιών, και το σφύριγμα του τρένου.

Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ' έναν κάμπο με στάχυα,
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα,
για να βρεις λίγο χώρο να απλώσεις τα πόδια σου.

Κείνες τις ώρες, σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα,
το τσιγάρο κομμένο στη μέση, γυρίζει από στόμα σε στόμα,
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος, βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης, χαμογελάμε.

Εδώ είναι ένα φως αδερφικό

Εδώ είναι ένα φως αδελφικό, απλά τα χέρια και τα μάτια.
Εδώ δεν είναι να 'μαι εγώ πάνω από σένα, ή εσύ πάνω από μένα.
Εδώ είναι να 'ναι ο καθένας μας πάνω από τον εαυτό του.

Εδώ είναι ένα φως αδελφικό, που τρέχει σαν ποτάμι δίπλα στον μεγάλο τοίχο.
Αυτό το ποτάμι το ακούμε ως και μέσα στον ύπνο μας.
Κι όταν κοιμόμαστε, το 'να μας χέρι κρεμασμένο απ' όξω απ' την κουβέρτα,
βρέχεται μέσα σε τούτο το ποτάμι.


Κι έρχομαι μονάχα να σε αγκαλίασω


Κι έρχομαι μοναχά να σ' αγκαλιάσω και να κλάψω αδελφέ μου,
όπως ο ερωτευμένος που γυρνάει από χρόνια στην καλή του,
και μ' ένα του φιλί, της λέει όλα τα χρόνια που περίμενε,
κι όλα τα χρόνια που τους περιμένουν, πέρα απ' το φιλί τους.

ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωματένιο τσουκάλι,
που μπήκε πολλές φορές στη φωτιά,
που μαγείρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς
για τους ξωμάχους, για τους περατάρηδες
για τους εργάτες και για τις πικρές μανάδες τους,
για τον πεινασμένο ήλιο, για τον κόσμο-ναι για όλο τον κόσμο
ένα φτωχό, καπνισμένο μαυρισμένο τσουκάλι,
που κάνει καλά τη δουλειά του.
Και τούτο το τσουκάλι βράζει, βράζει τραγουδώντας

Αυτοί που περιμένουν


Έπεσε ο άνεμος, σιωπή. Στη γωνιά της κάμαρας,
ένα αλέτρι συλλογισμένο, περιμένει τ' όργωμα.
Ακούγεται πιο καθαρά, το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο,
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας οι δυνατοί,
είναι οι ξωμάχοι κι οι προλετάριοι,
κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο βράχο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.
Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.

ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα, δεν είναι μονάχα στα μητρώα των φυλακών,
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα, είναι οι πυκνές σιδηροδρομικές γραμμές,
που διασχίζουν το μέλλον.
Κι η καρδιά μου εμένα, τίποτα πιότερο συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι,
που κάνει καλά τη δουλειά του.

Έχεις ακόμα να κλάψεις πολύ

Τώρα το δέντρο σε κοιτάει κατάματα μέσα απ' τα φύλλα του,
η ρίζα σου δείχνει όλο το δρόμο της,
εσύ κοιτάς κατάματα τον κόσμο δεν έχεις τίποτα να κρύψεις.
Τα χέρια σου είναι καθαρά, πλυμένα με το χοντρό σαπούνι του ήλιου,
τα χέρια σου τ' αφήνεις στο συντροφικό τραπέζι ξέσκεπα,
τα εμπιστεύεσαι στα χέρια των συντρόφων σου.
Η κίνησή τους είναι απλή, γεμάτη ακρίβεια.
Κι όταν ακόμη βγάζεις μια τρίχα απ' το σακάκι του φίλου σου,
είναι σαν να βγάζεις ένα φύλλο απ' το ημερολόγιο
επιταχύνοντας το ρυθμό του κόσμου.
Μ' όλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.

Κι να αδερφέ μου

Και να αδερφέ μου
που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα, ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα
δε χρειάζονται περισσότερα.

Κι αύριο λέω θα γίνουμε
ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια
που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ' όλες τις καρδιές,
σ' όλα τα χείλη,
έτσι να λέμε πια
τα σύκα-σύκα
και τη σκάφη-σκάφη.

Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε:
"Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα".
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου,
απ' τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε
για να σμίξουμε τον κόσμο.

Κι όχι να πείτε

Προλογίζει ο ποιητής.

Τότες βγάζαν λόγους στις ξύλινες εξέδρες, στα μπαλκόνια, φωνάζαν τα ραδιόφωνα,
ξανάλεγαν τους λόγους, Πίσω απ' τις σημαίες κρυβόταν ο φόβος, μέσα στα τύμπανα
αγρυπνούσαν οι σκοτωμένοι. Κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα. Οι σάλπιγγες μπορεί
να δίναν το ρυθμό στα βήματα, δε δίναν το ρυθμό στη καρδιά. Ψάχναμε το ρυθμό.
Εμείς αγρυπνούσαμε, μαζεύαμε τη σκόρπια βουή των δρόμων, μαζεύαμε τα σκόρπια
βήματα, βρίσκαμε το ρυθμό, τη καρδιά τη σημαία. Λοιπόν δεν είναι ανάγκη να φωνάξω
για να με πιστέψουν, να πουν:" Όποιος φωνάζει έχει το δίκιο". Εμείς το δίκιο το 'χουμε
μαζί μας και το ξέρουμε. Κι όσο σιγά κι αν σου μιλήσω, ξέρω πως θα με πιστέψεις.
Συνηθίσαμε στη σιγανή κουβέντα στα κρατητήρια, στις συνεδριάσεις, στη συνωμοτική
δουλειά της κατοχής. Συνηθίσαμε στα μικρά σταράτα λόγια πάνω απ' το φόβο και πάνω
απ' τον πόνο. Ημέρα, ώρα, σύνθημα, στις τρομερές μουγκές γωνιές της νύχτας, στις
διασταυρώσεις του χρόνου που μια στιγμή τις φώτιζε ο προβολέας του μέλλοντος.
Βιαστικά λόγια, μια μικρή περίληψη της ζωής, τα κύρια σημεία μονάχα, γραμμένα
στο κουτί των τσιγάρων ή σ' ένα τόσο δα χαρτί κρυμμένο στο παπούτσι ή στο στρίφωμα
του σακακιού μας. Ένα μικρό χαρτί σαν ένα μεγάλο γεφύρι πάνω απ' το θάνατο.
Α, βέβαια όλα τούτα θα πουν, δεν είναι τίποτα. Όμως εσύ αδερφέ μου ξέρεις πως από τούτα
τα απλά λόγια , από τούτες τις απλές πράξεις, από τούτα τα απλά τραγούδια μεγαλώνει
το μπόι της ζωής, μεγαλώνει ο κόσμος, μεγαλώνουμε...


Κι όχι να πείτε που 'κανα
και τίποτα σπουδαίο,
μόνο που πέρασα κι ακούμπησα
στον ίδιο τοίχο π' ακουμπήσατε.

Κι όχι να πείτε που 'κανα
και τίποτα σπουδαίο,
μόνο που φόρεσα τις ίδιες
χειροπέδες που φορέσατε.

Κι όχι να πείτε που 'κανα
και τίποτα σπουδαίο,
μόνο που πόνεσα μαζί σας
κι ονειρεύτηκα μαζί σας.

Μόνο που σε βρήκα και με βρήκες
και με βρήκες σύντροφε.

Λοιπόν παιδία μου

Προλογίζει ο ποιητής.

Τότες βγάζαν λόγους στις ξύλινες εξέδρες, στα μπαλκόνια, φωνάζαν τα ραδιόφωνα,
ξανάλεγαν τους λόγους, Πίσω απ' τις σημαίες κρυβόταν ο φόβος, μέσα στα τύμπανα
αγρυπνούσαν οι σκοτωμένοι. Κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα. Οι σάλπιγγες μπορεί
να δίναν το ρυθμό στα βήματα, δε δίναν το ρυθμό στη καρδιά. Ψάχναμε το ρυθμό.
Εμείς αγρυπνούσαμε, μαζεύαμε τη σκόρπια βουή των δρόμων, μαζεύαμε τα σκόρπια
βήματα, βρίσκαμε το ρυθμό, τη καρδιά τη σημαία. Λοιπόν δεν είναι ανάγκη να φωνάξω
για να με πιστέψουν, να πουν:" Όποιος φωνάζει έχει το δίκιο". Εμείς το δίκιο το 'χουμε
μαζί μας και το ξέρουμε. Κι όσο σιγά κι αν σου μιλήσω, ξέρω πως θα με πιστέψεις.
Συνηθίσαμε στη σιγανή κουβέντα στα κρατητήρια, στις συνεδριάσεις, στη συνωμοτική
δουλειά της κατοχής. Συνηθίσαμε στα μικρά σταράτα λόγια πάνω απ' το φόβο και πάνω
απ' τον πόνο. Ημέρα, ώρα, σύνθημα, στις τρομερές μουγκές γωνιές της νύχτας, στις
διασταυρώσεις του χρόνου που μια στιγμή τις φώτιζε ο προβολέας του μέλλοντος.
Βιαστικά λόγια, μια μικρή περίληψη της ζωής, τα κύρια σημεία μονάχα, γραμμένα
στο κουτί των τσιγάρων ή σ' ένα τόσο δα χαρτί κρυμμένο στο παπούτσι ή στο στρίφωμα
του σακακιού μας. Ένα μικρό χαρτί σαν ένα μεγάλο γεφύρι πάνω απ' το θάνατο.
Α, βέβαια όλα τούτα θα πουν, δεν είναι τίποτα. Όμως εσύ αδερφέ μου ξέρεις πως από τούτα
τα απλά λόγια , από τούτες τις απλές πράξεις, από τούτα τα απλά τραγούδια μεγαλώνει
το μπόι της ζωής, μεγαλώνει ο κόσμος, μεγαλώνουμε...


Κι όχι να πείτε που 'κανα
και τίποτα σπουδαίο, (δις)
μόνο που πέρασα κι ακούμπησα
στον ίδιο τοίχο π' ακουμπήσατε. (δις)

Κι όχι να πείτε που 'κανα
και τίποτα σπουδαίο, (δις)
μόνο που φόρεσα τις ίδιες
χειροπέδες που φορέσατε. (δις)

Κι όχι να πείτε που 'κανα
και τίποτα σπουδαίο, (δις)
μόνο που πόνεσα μαζί σας
κι ονειρεύτηκα μαζί σας. (δις)

Μόνο που σε βρήκα και με βρήκες
και με βρήκες σύντροφε. (δις)

Τούτες τις μέρες

Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει, μας κυνηγάει
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα
Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος

Πιο κοντά, πιο κοντά
μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους


Τώρα είναι δικό σας αυτός ο δρόμος


Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ! Πολύ μακρύς αδελφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος
κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας "πέρασε η ώρα"
εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα
σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους
των φυλακών, σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων.
Μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι που ‘σκιζε σίγουρα το χρόνο,
σε κάποιους στίχους που ‘μειναν στη μέση για να τους τελειώσουμε,
σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε.

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ, δύσκολος δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς
όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου, και μετράς το σφυγμό του,
πάνω σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρος δρόμος.


Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν
απ' τη βροχή και την από στάση
Η ανάσα τους είν' ο καπνός ενός τραίνου
που πάει μακριά, πολύ μακριά
Κουβεντιάζουν
και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας
γίνεται σαν μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της
κι ακούει

Πιο κοντά, πιο κοντά
Τούτες τις μέρες...
Πιο κοντά, πιο κοντά

Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

ενα ξεχωριστο δωρο, απο εναν ξεχωριστο φιλο

δεν θελησε ο εν λογω να το βαλει μοναχός του,
μα επειδη ο τροπος να προκαλεσεις καποιον, ειναι να κανεις αυτος που κεινος δεν ηθελε ή δεν τολμησε...

το παραθετω εγω...


Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει:
καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι και λέει:
Δόξα σοι ο Θεός.
Αντισταθείτε στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου στην εταιρεία εισαγωγαι-εξαγωγαι
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χαιρετάει απ 'την εξέδρα ώρες ατελείωτες τις παρελάσεις
σ' αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ 'όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι στον πρόεδρο του Εφετείου
αντισταθείτεστις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ' όλα τ 'ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε πίνουν καφέδες σύνεδροι
συμβουλάτοροι σ' όλους που γράφουν λόγους
για την εποχή δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις από γραφιάδες και δειλούς
για το σοφό αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών
και τη διπλωματία στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ' αυτούςπου λένε λυρισμό τα ωραία λόγια στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές στον άνεμο
σ' όλους του αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας ως και σε μένα,
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία.

Μιχάλης Κατσαρός

brecht bertold


τις τελευταίες μέρες κάποιος ευγενής κατά τα λοιπά άνθρωπος μου το θύμισε

κι επειδή κρύβει την πιο μεστή αλήθεια της ερωτικής πράξης, σας το παραχωρώ

Ν΄ αποπλανάς αγγέλους μόνο στο άψε-σβήσε:
Στριμωξ΄ τον νέτα-σκέτα στου σπιτιού την μπάση
Τη γλώσσα χώσε στο στόμα του, το χέρι ας φτάσει
κάτω από την φούστα, ώσπου να χύσει, στήσε
την όψη του στον τοίχο, σήκως΄ το φουστάνι
και γάμησε το. Κι΄ αν βογκάει απ΄ το γαμήσι
σξίξ΄ τον γερά και κάνε τον διπλά να χύσει
αλλιώς στα χέρια σου ένα σοκ θα σ΄ τον ξεκάνει.

Πες του όλο χάρη με τον πισινό να σειέται
πες του τ΄ αρχίδια σου απαλά να σου τα πιάσει
πες του άφοβα να πέσει κάτω, να ησυχάσει
στη γλύκα, όσο ακόμα ανάμεσα ουρανού και γης κρεμιέται.

Αλλά στα μάτια, όσο γαμάς, μην τον κοιτάζεις
και τις φτερούγες του, άνθρωπέ μου, μην του σπάζεις

καλό ταξίδι

Η ποιήση μας ανεβάζει σκαλοπάτια πιο ψηλά στην σκάλα των ονείρων, των ταξιδίων μα κυρίως της αντοχής.
λίγα λόγια ποιητών που μ ακολουθάνε χρόνια

καλό σας ταξίδι

Τους προβολείς στήσε
άπλετο φως στη ράμπα να πέφτει.

Η δράση να κυλάει
να παρασέρνεται στη δίνη.
Η τέχνη δεν πρέπει ν’ αντανακλά
σαν τον καθρέφτη
μα σαν φακός να μεγεθύνει.

Βλαδίμηρος

Γιατί φόρεσα της λεηλασίας τη στολή ;
Γιατί φόρεσα το πουκάμισο του εμπρηστή;
Όχι, δεν το έκανα από πείνα
Όχι, δεν το έκανα από μάνητα σφαγής

Μόνο και μόνο επειδή ‘μουν δούλος
Και με διέταξαν
ξεκίνησα για να σκοτώσω και να κάψω
Και τώρα πρέπει να με κυνηγήσουνε
Και τώρα πρέπει να με σφάξουνε
……
Και θα κείτουμαι κάτω απ’ τη γη που έχω ρημάξει
χαλαστής που κανείς δεν πονά για το χαμό του
Στεναγμός ανακούφισης θ’αναδεύει πάνω από τον τάφο μου

Μπρεχτ

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ' τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.

Μην ξεχάσεις~ φτύσ' τους.
Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

Κακναβάτος

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πιά ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ' όποιον ρωτά
"Ηταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει . . . "

Μα ο εαυτός μου μιά βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Καββαδίας


ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΑΓΝΟΗΜΑΤΩΝ

Μια συμφορά τυλίγεται στο δέντρο.
Όλοι οι αδικούμενοι δέντρα
είναι αν το προτίμησαν αυτό,
μονάχα ν' αδικούνται.

Η συμφορά με γήινο χρώμα τυλίγεται στο δέντρο.
Ω δύναμη της ζωής λιώσε της συμφοράς το κεφάλι.

Καρούζος

Πάψαν τα λόγια πια να αποτελούν χρησμό,
οι δυνατοί οι στίχοι προφητείες.
Με σύντεχνη ζωή σε δοτική γαλήνη
μας χάιδευε το μέτωπο η ωραία ειρήνη.

Τα ευτυχισμένα πρόσωπα περίσσεψαν,
τα δροσερά παιδάκια έπαιζαν στους δρόμους,
ερωτευμένα πουλιά τραγουδούσαν στον ουρανό.

Τώρα διδάσκουν στα σχολεία την εποχή των αγενών μετάλλων.
Τα φριχτά εγκλήματα που οι πρόγονοί τους διαπράξαν,
τις ακατανόητες πράξεις μας, τα ηλίθια έργα τέχνης,
τους ανάπηρους αιώνες της γήινης προϊστορίας.
Τεράστιο άσπρο περιστέρι με μαρμαρωμένο χαμόγελο
άπλωσε τις φτερούγες της η ωραία ειρήνη.

Μες στο τεράστιο υπόστεγο κυοφορείται
το έκθαμβο μέλλον του αζώτου, ό,τι μες στους αιώνες
ευσυνείδητοι παρασκευάσανε.

Αναγνωστάκης


Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμ' εψές
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!

Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.
Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανου!
Ώ! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζηκ'
η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!

Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.
Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.

Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Βάρναλης


λίγα έβαλα μονάχα, για το μεράκι της καρδίας
μα όσοι ώρα τα έψαχνα ένα ένα, λες κι ταξίδεψα,
λές κι έφυγα απο την οθόνη θαρρείς κι γύρισα τον κόσμο όλο
γύρισα τον κόσμο κείνο που θα κάμουμε δικό μας
γύρισα σε έρωτες που με πονέσαν, κι σε κείνους που με βία πόνεσα εγώ
γύρισα στις πνοες που καρτερώ κι σ όλους εκείνους τους συντρόφους
που ολοβραδίς προσμένω μέχρις να με ξυπνήσουν,
μέχρις να φτάσει η ώρα, μέχρι να πετάξουμε με μιας

για την τελική έφοδο στον ουρανό
για τον τρίτο γύρο τον τελειωτικό


Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο, το κρύβουμε τώρα. Παράνομο χαμόγελο, όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος, παράνομη και η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο, όπως κρύβουμε στην τσέπη μας, τη φωτογραφία της αγαπημένης μας, όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς, ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας. Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο,
κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν.



θέλησα να κλείσω με τον αγαπημένο μου, Ρίτσο
γιατι στα αντρίκια χαρακτηριστικά και στα σπινθηροβόλα
μάτια του καθρεφτίζεται η μαχητικοτητα, η σιγουριά κ η αγάπη των στίχων του ...
δεν ξέρω γιατί μα αυτός ο ποιητής μου μιλά απευθείας στο μυαλό