Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Σε εκείνους

Ποιο κλάμα, ποιος έρωτας και ποία προσμονή;
Δεν χωράν πια λέξεις νωθρές για τις αριθμητικές του γένους
Κλείστηκαν όχι μόνες, μην θαρρείς,
σ ένα μπουκάλι γεμάτο της αβύσσου

Τώρα με κυβερνά ο μόχθος που δεν έχει γυρισμό
άγνωστοι αριθμοί και χαμένα μαυσωλεία
Τρέχα, κυνήγα και εσύ
δίχως δάκρυα, μπορεί και αμφιβολίες
ακόμα και το λάθος συγχωρείς
αν δεν παρεκκλίνει σε ουτοπικές αλληγορίες

Έτοιμη την έχουνε με μιας
τούτη η ζωή έτσι μονάχα είναι
σκυφτός, μικρός, της μοναξιάς
μεγάλος, τρανός, της δική τους μοναξιά
σε μια καρέκλα γεμάτος παπαρούνες

Μην φεύγεις, μείνε, για σένα μιλάν
ακόμα και εάν εσύ λοξοκοιτάς
την ματιά σου άμα ξέρεις και κρύβεις καλά
και πολεμάς δίχως να βλέπουν τα θηρία
όταν στο φως θα βγεις ξανά
δικές τους θα βρουν τις μελωδίες

Και όταν σε ρωτούν πως είναι η ευτυχία
τα δικά σου όνειρα τα έχεις πια ξεχάσει
μέσα στων χρωματιστών φυκιών την δυσοσμία
και στων καναπέδων τη περήφανη αγκάλη.

Παιδιά σου τρανά, εμείς καθ εικόνα και ομοίωση
το μοντέλο μην σας σπάσει
και πνιγούμε

στων χαμένων παραδείσων

μην φοβηθείς,

την αληθινή τους θύμηση

1 σχόλιο:

χρήστος είπε...

Θα φύγω ένα πρωί να βρω το τέρμα μου
και δόξα άλλου κόσμου να μπει στο αίμα μου
το ρούχο μιας γενιάς το μάυρο ντύθηκα
μα τώρα φεύγω μόνος όπως γεννήθηκα
και φεύγω δυνατός μακριά απ' τα ψέματα προτού με κλείσουν πάλι συρματοπλέγματα