Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Σε εκείνους

Ποιο κλάμα, ποιος έρωτας και ποία προσμονή;
Δεν χωράν πια λέξεις νωθρές για τις αριθμητικές του γένους
Κλείστηκαν όχι μόνες, μην θαρρείς,
σ ένα μπουκάλι γεμάτο της αβύσσου

Τώρα με κυβερνά ο μόχθος που δεν έχει γυρισμό
άγνωστοι αριθμοί και χαμένα μαυσωλεία
Τρέχα, κυνήγα και εσύ
δίχως δάκρυα, μπορεί και αμφιβολίες
ακόμα και το λάθος συγχωρείς
αν δεν παρεκκλίνει σε ουτοπικές αλληγορίες

Έτοιμη την έχουνε με μιας
τούτη η ζωή έτσι μονάχα είναι
σκυφτός, μικρός, της μοναξιάς
μεγάλος, τρανός, της δική τους μοναξιά
σε μια καρέκλα γεμάτος παπαρούνες

Μην φεύγεις, μείνε, για σένα μιλάν
ακόμα και εάν εσύ λοξοκοιτάς
την ματιά σου άμα ξέρεις και κρύβεις καλά
και πολεμάς δίχως να βλέπουν τα θηρία
όταν στο φως θα βγεις ξανά
δικές τους θα βρουν τις μελωδίες

Και όταν σε ρωτούν πως είναι η ευτυχία
τα δικά σου όνειρα τα έχεις πια ξεχάσει
μέσα στων χρωματιστών φυκιών την δυσοσμία
και στων καναπέδων τη περήφανη αγκάλη.

Παιδιά σου τρανά, εμείς καθ εικόνα και ομοίωση
το μοντέλο μην σας σπάσει
και πνιγούμε

στων χαμένων παραδείσων

μην φοβηθείς,

την αληθινή τους θύμηση

της κόλασης μας

Τα κύματα θαρρείς να σε ζυγώνουν
κάθε που ξεπροβάλλει η χαραυγή
και εσύ κοντά στο τελείωμα της ονειρογραμμής
ψάχνεις σαν άλλοτε ένα φιλί και ένα χάδι

Ξυπνά βαθιά η πυρκαγιά
και ο ήλιος δύει ακόμα στα επουράνια,
θαρρείς πως ξέρει
και δεν θέλει να κρυφτεί
μην κλείσουν και πάλι μέσα τους
τις σπίθες τους, τα μάτια

Γερτή προσμονή σ αγκαλιάζει
του παράλογου νότες προσμονής.
Η μάνα γνέφει τα σινιάλα της
σαν χαμένη πάλι τραγουδάς
νότες που δεν ακούστηκαν ποτές τους.
ήχοι που δεν έχουν ξαναβγεί
καταστροφής εικόνες απομένουν
στα άγραφα λόγια η ευχή!

Κατάρα στο λιμάνι να κοιτάς
και πάλι μια κρύα, ήρεμη θάλασσα να ανταμώνεις
Μα που να πήγαν πες μου εσύ πια
φουρτούνες, βενετοί κουρσάροι και θαλασσοπόροι;

Ζέστη δεν ζυγώνει πια στα μέρη ετούτα
είναι το σκοτάδι παχύ και δύσοσμο
Ακόμα και εκείνη η φωτεινή μπορντούρα
ξέρεις τώρα δα την επαινούσες!
κλεμμένη από αλλουνού ζωή είναι

Μη σκιάζεσαι που πια δεν θα με δεις
μαύρα πουλιά τα μάτια μου πλημμύρισαν
Και οι όχθες εκείνες που λαχτάραγες μαζί μου
Για να βρεις σβήστηκαν από τα ραντάρ κάποιας εξουσίας

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Και τώρα τι; Τώρα πώς;

Άνεργος, στο περιθώριο της κακογυαλισμένης βιτρίνας τους, πολλοί μιλάν για σένα με λόγια που σου είναι τόσο ξένα, τόσο μακρινά, γελάς, εξοργίζεσαι που τα ακούς από το στόμα όλων εκείνων που ποτέ δεν έχουν δουλέψει, δεν έχουν μπει ποτέ μήτε για μια στιγμή στην παραγωγή και καλοπερνούν στις πολυτελείς βίλες τους βγάζοντας λόγους για τους δικούς σου λαβυρίνθους, κηφήνες της εξουσίας!

Εσύ ξυπνάς τα πρωινά και δεν έχεις φράγκο για το νοίκι, πρέπει στα 30 σου να μείνεις εγκλωβισμένος στην οικογενειακή "φωλιά" που κάθε τρις και λίγο σου ζητά να πραγματώσεις τα δικά της στεγανά και απωθημένα. Εσύ ξυπνάς τα πρωινά και δεν έχεις να πας πουθενά, τα χέρια σου αδειανά, δεν σου προσφέρουν τίποτα...,
γιατί αυτοί αποφάσισαν ότι τα δικά σου χέρια δεν τους αφήνουν να πολλαπλασιάσουν τα κέρδη τους, που ούτε αυτά τους είναι αρκετά πια.

Πέρασες σε ένα πανεπιστήμιο μετά από τον εφιάλτη των πανελληνίων εξετάσεων, τον κυκεώνα των φροντιστηρίων, κατάφερες κουτσά στραβά να το τελειώσεις δουλεύοντας πότε εδώ και πότε εκεί, έκανες και ξένες γλώσσες, πάλεψες με νύχια και με δόντια κλεισμένος σε 4 τοίχους διαβάζοντας, στην Ομόνοια και στην Πανεπιστημίου κάτω από την βροχή μοιράζοντας φυλλάδια, στις καφετέριες σερβίροντας καφέδες για να πάρεις εκείνο το χαρτί που ίσως σου έδινε μια θέση στην αγορά εργασίας. Είσαι και από τους προνομιούχους ανέργους, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης γαρ, χα!
Σκέψου τι εκφράσεις έχουν πλασάρει για να σε ευνουχίσουν με το βαμβάκι.

Την κρίση τους την πληρώνεις με το καθημερινό σου αδιέξοδο,
τα κέρδη τους με τον αέρα που δεν σου φτάνει πια να αναπνεύσεις.
Σαν ένα νούμερο ακόμα σε παρουσιάζουν που μεγαλώνεις τις στατιστικές τους.

Και ξυπνάς και πάλι το πρωί,
κανένα φως στην άκρη της αβύσσου ...η συνήθης καθημερινότητα.

Είσαι νέος, έχεις όρεξη, αντοχές, όνειρα και θέληση,
δεν έχεις όμως πια ανοχή, αυτή έπαψα εδώ και καιρό πια.
Ανοχή προς εκείνους που παίζουν την ζωή σου στα παζάρια της καλοπέρασης τους.

Και ξάφνου βρήκες δουλειά, ναι το τηλέφωνο χτύπησε, σε πήραν σε κείνο το σούπερ μάρκετ 4ώρο συμβασιούχος για 4 μήνες. Ω ναι έφυγες από την λίστα των ανέργων, καλωσόρισες στην λίστα των χαμηλόμισθων!
Στοιβάζεις προϊόντα, χτυπάς τιμές ώρες ακίνητος πάνω σε ένα ρημαδοσκαμπό και να βλέπεις τους διευθυντάδες να μπαίνουν κουστουμαρισμένοι και μπλαζέ ανεβαίνοντας στα γραφεία τους καταστρώνοντας τα νέα σχέδια για την κερδοφορία της επιχείρησης, περικοπές…
Παλεύεις να μιλήσεις με τους συναδέρφους σου, να μην απολύσουν κανέναν, να αυξήσουν τους πενιχρούς μισθούς σας, να ριχτείτε στη μάχη για όσα σας αξίζουν,
φόβος πλανάται μέσα από τις κάμερες και τα σούρτα φέρτα, το μάτι της εργοδοσίας είναι άγρυπνο μην το ξεχνάς...
Τείχη, τείχη παντού, ακόμα και στα πιο αυτονόητα δικαιώματα του εργαζόμενου, του ανθρώπου.
Θα τους την χαρίσουμε; Θα μας κάνουν να σκύψουμε το κεφάλι; Να μας κλέβουν λίγο λίγο την ζωή που μας ανήκει; Ή ίσως καλύτερα να παλέψουμε για κανένα ευρουλάκι παραπάνω, για μια σταγόνα μοναχά από τα κέρδη που εμείς τους προσφέρουμε, για μια καλύτερη δικιά τους διαχείριση, για ένα πιο λαϊκό(sic!) κοινοβούλιο;
Τους δίνουμε τα νιάτα μας, την ζωή μας, δεν θα υποτάξουμε τα φτερά μας!

Τα θέλουμε όλα και θα τα κατακτήσουμε όλα...
Ήρθε η ώρα της δικιά μας πραγματικότητας, ήρθε η ώρα τους να πάνε στα τσακίδια!

Τον δικό μας ουρανό, δεν θα τον κάνουμε θυσία στα σφαγεία τους!
Στα χέρια μας είναι τώρα το τιμόνι
και η πιο μαύρη νύχτα τους για μας φωτιά θα ξημερώσει…

βλέπεις;

τον δρόμο νωρίς επήρες για την καταχνιά
δεν σου έμελλε εσένα χάδι
να γευτείς στα ξέφρενα δρομάκια της πόλης
έφυγες τρέχοντας γυρεύοντας
τι τάχα δεν ξέρεις ακόμα
μα ήταν η μπόρα του καιρού τέτοια
δεν σ άφηνε να ζήσεις χωρίς το ξυράφι της ζωής


λαβωμένη στεκόσουν χάμω στα παγκάκια της οργής
και δεν έμαθες ακόμα να φυλάγεσαι
παλιάτσοι δεν σε ενόχλησαν ποτέ
σαν να γευόντουσαν από εσέ
μια χάρη και τσαχπινιά
που κείνοι την στερήθηκαν πιότερο κι από εσέ
μονάχα εκείνοι με τα πράσινα αστέρια
καμιά φορά σε μπόλιαζαν
νόμιζαν με του αίματος σου την φοβέρα

γύρισες το προσκεφάλι μα ο ύπνος δεν φωτίζει
εδώ και καιρό το γερτό πια κορμί σου
και ο ήλιος θαρρείς να χάθηκε μαζί
με όσα για ελπίδα πίστευες

φωνές βουητό αρβύλες και ντουφέκια
σαλπάρεις πάλι ανεμίζοντας όσα δεν ξόδεψες
στον ουρανό, στον ουρανό εκεί είναι η θωριά σου
βλέπεις;

στις βουνοκορφές

κάποτε κάποτε σταμάταγαν να μετρούν, σταμάταγαν θαρρείς να τρέχουν

και κάπου εκεί χανόσουν κι εσύ

σαν τους άλλους μες στην λάσπη

κυλούσαν σαν φωτιά γύρω σου όλα εκείνα που θα ήθελες,

μα να ακουμπήσεις δεν σ άφηναν

κι ένας ουρανός καταγάλανος φώτιζε τα λημέρια σου

τουλάχιστον να κοιμηθείς

πριν αρχίσει πάλι να αγκομαχά το πολυβόλο

και η φωνή να βγει από τα σωθικά σου

θα μπορούσε άραγε πάλι;

ψυχή βαθιά με τους αδερφούς σου φώναζες

μα δεν ξέχναγες ποτέ να φιλάς γλυκά κείνα τα μάτια του καπετάνιου

που δεν θα ξανάβλεπες πια

ήταν χλωμή η μέρα που τον πήρε και εσύ τραντάζεσαι

ξύπνα έφθασε η ώρα

μπρος μας οι σκοτωμένοι

πίσω πια οι ζωντανοί

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Κορμί ετών 22

Ερημικά πουλιά κρύβουν τα μάτια σου
Αχ πώς θυμάμαι τα βλέφαρα σου, αυτά που πνιγμένα θαρρείς από την νεότητα
Αστροβολούν κάθε που τα ζυγώνεις
Λες, δεν είμαι εγώ για σε
Απόρριψη; Πίκρα; Μοναξιάς κέλευσμα πάλι;
Κι όμως εσύ δεν ήσουν χθες, δεν είσαι μέλλον,
είσαι το τώρα

Φλογισμένη αμετροέπεια, κλαις τα κάλλη των 20 σου χρόνων
Και θαρρείς ξέρεις πως είναι ν΄αγαπάς, και να πεθαίνεις;

Μοναδικότητα ψάχνεις στο κάθε νέο άγγιγμα,
παρθενιά στην ψυχή, ακόλαστη εμπειρία στα σκέλια
Ποια παρθενιά προκύπτει από τα μη ειπωμένα,
Μη πραχθέντα, αλλά από καιρό ποθούμενα
Μοιάζει κατανόηση της απόλυτης άρνηση
Μα αγάπη μου, εκεί κρύβεται το απόλυτα μηδέν
Στην αθεράπευτη γνώση της ζωής
Στις μεγάλες εμπειρίες της ηδονής
Κει που όλα τα χες δει, νομίζεις τα έχει βιώσει

Χλευασμός στον έρωτα τα ως εδώ λεχθέντα

Δώσε σε μια αγκαλιά, σε ένα φιλί,
σε ένα σπαραγμό κορμιών τα πάντα από την αρχή
Σαν να μην υπήρξαν,
μα δεν υπήρξαν
Σαν να μην τα βίωσες ξανά
τα βίωσες άραγε;
Εκεί είμαι, είσαι
Θα με πας;

Πληρωμένο το εισιτήριο του ναυαγίου

ΦΑΡΟΣ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ

Μαύρα κεριά τα δάκτυλα σου
Σκληρά, ευαίσθητα, δυνατά πιάνουν θαρρείς την ζωή
από τα γόνατα,
ζητώντας την πλήρη ανατροπή της

μεσάνυχτα βασιλεύει η καταχνιά της ύπαρξης μας

Πόσα θα δώσεις ακόμα, δίχως να λάμβάνεις ηθελημένα;
Πώς θα ανοίξεις για μας την τελευταία πόρτα της δυστυχίας σου;
Πότε θα μπεις στο κρύο βράδυ του σπιτιού μου,
να κάνεις ανάσταση στα ματωμένα γιασεμιά των ματιών μου;

Σκιές γεμίζουν το φως της απελπισίας μας,
Μουγκές φωνές σκιάζουν τις σειρήνες των γοτθικών φυλακών μας
Πως θα με χωρέσεις στην μικρή σου αγκάλη;
Πως θα μεθύσεις από το λιγοστό κράνο των χειλιών μου;

Μαζί, εμείς, εσύ, όλοι

Ανεβαίνεις την σκάλα της κολάσεως, ένα σκαλί ακόμα μένει
Ίσως όλη τελικά. Μέχρι την ρήξη του μεσσιανικού τέλους
Μέχρι τον οργασμό της πανδαισίας των απόλυτων κατόχων του αδίκου
Ποια ηθική σε κράτησε στα ναρκωμένα πατώματα της μιζέριας τους;

Πόσο πονάς την πνοή μου, ουρανέ
Πόσες φωτιές θες να σου ανάψω κεράκι της πληγής μου;
Εν, δυο

Τρέχουν οι σύντροφοι
Εν, δυο
Τρέχεις κι εσύ

Παλικαρίσια κορμοστασιά της ευτυχίας μου
Πόνα τα σκέλια μου, γλείψε τις αμυχές μου
Ερωτεύσου την αχρείαντη παρουσία μου
Βίαια κοίμισε με, γαλήνια ταξίδεψε με
Στις φλεγόμενες βάτους να φτάσει η στριγκλιά του πόθου μου

Ανάστησες όσα είχαν κοιμηθεί με τα χρόνια

Να παρθούμε στο φως των δικό μας λυγμών
Στα σκοτάδια των δικών μας νεκρών
λυσμονώ

Οργασμικά άσματα της μαχόμενης, διαλυμένης ουσία μας
έκλαψες γελώντας γοερά
Ένα φως αργοσβήνει, την ώρα που ανατέλλει το μοναδικό τέλος.-

ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΑ

Δρόμοι κατεβαίνουν στο φως σου κάποιον δικό μου

για να βρούνε, δίχως ελπίδα, δίχως πόθο

μηχανικά ανθρωπάκια της σκιάς μου

κι εσύ πουθενά, κι εσύ πάντα αλλού


Ανεβαίνει το φεγγάρι στης θάλασσας τον ίστρο

μές σε κύματα και σε θροΐσματα

μές σε πλημμυρίδες και γαλήνιες

κι εσύ; Πουθενά, κι εσύ; Πάντα αλλού


Που με βγάζεις αερικό σε ποίο νέο στοιχειό

θα πρέπει πάλι να τον βρω;

Ποιας πυγολαμπίδας το φωτεινό κεφάλι

Θα λάμψει τα σκοτάδια του για να φωτίσει;


Κέρινα τα χέρια του με νοσταλγούν

Σε άλλων κορμιών αγγίγματα

Θανατικό μου πρόσωπο ποίον κοιτάς;


Να βρεις το βλέμμα που σε έκαψε

Μάτια καστανά, μαύρα μάτια του

Σπίθες να γεννηθούν ξανά σε μιας κόλασης την σπείρα


Μήτε προσδοκώ, μήτε νοσταλγώ, μήτε ποτέ θα περιμένω

Είναι οι σκιές του νου μεγάλες

Χαραμάδες θύελλας γιομάτες πόνο και χαρά

Μετερίζια αλλιώτικα που έσμιξαν σε μια θηλιά αράχνης

Κάηκαν χωρίς στόχο, γέννησαν δίχως όρια

Έσμιξαν το πλήθος των αρνήσεων τους

Μήτε σε έρωτα

Μήτε σε αγάπη

Ποίον πόθο νοσταλγείς;

Ποίο τίποτα φαντάζεσαι;

Σε ένα βράδυ προκυμαίας αλύπητα φαγωμένης

Σ ένα βράδυ κόλασης των ορμών

Των μαύρων φιδιών των ερπετών, του φιδιού της, του ροδίου του

Δίχως έκκρισης, δεν πρόκαμαν να βγουν φοβήθηκαν την θύελλα των μελλούμενων

Δίχως λέξεις, που να χωρέσουν σε μια γήινη φωτιά που αναβλύζει η απόλυτη ανάγκη της αγάπης

Δίχως εξηγήσεις καλού, κακού κι ανήθικου

Δίχως ποτέ να θυμηθείς ξανά το πύρινα ποτάμια των χειλιών σου


Είμεθα ένα, είμεθα εμείς, είμεθα δραπέτες

Ενός υπερωκεανίου που στεριά δεν θα βρει, μήτε σε παγόβουνα έτσι άπνιγα θα καταπέσει

Είμεθα πληβείοι της κολάσεως, δημογέροντες ετούτης της ζωής

Είμεθα εκείνοι που θα σε προσμένουν

Ξωτικό του θανάτου μου, αερικό της ζωής σου

Βγες ξανά περπάτησε στου λάγνου καημού σου τις σιωπές

Τέτοιες σιωπές έρωτα, τέτοιες νεκρικές προσταγές πόθου θα σου γεννήσω


Θα φονεύσω τους φόβους σου, στην γέννα

Θα γεννήσεις τα όνειρα μου στο θαφκιό σου

Οίστρος επανάστασης, άρνησης, κατάφασης

Άρνησης, άρνησης,

Γέννα …τώρα!

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Του απόκοσμου

Στωικές φιγούρες μοναξιάς τα δάχτυλα όσων να γράψουν θέλουν

Μα δεν μπορούν πια

Φλεγματικές αποστεωμένες υπάρξεις οι ερωτευμένοι που

Άδικα περιμένουν την συντροφιά στο παγερό τους κρεβάτι


Τι κρύβει η απώλεια των αισθήσεων, των παραισθήσεων

Και όσων εν γένει πεπραγμένων πέρασαν σε έναν άδοξα συγκεκριμένο παρελθοντικό χρόνο;


Πόσο διάρκεια θανάτου κρύβει το τέλος του ενεστώτα, η αρχή του αόριστου;

Ποιος υπερσυντέλικος θα μπορέσει να κλείσει τις πληγές των άλλοτε υπαρχόντων μοναδικοτήτων;


Μια αίσθηση έλαβε τέλος, ένας καημός γεννήθηκε στο πέραν

Και μια ανάμνηση ζευγαρώματος συντροφεύει την σκιά της ύπαρξης τους

Πόσος θάνατος κρύβεται σε έναν χωρισμό, και πόση ζωή στο τέλμα της αλήθειας του;


Ποίος αγέρας θα φυσήξει στις κορφές των πόθων να τις κάνει πάλι πέτρες

Αιώνια βράχια μνήμης;


Πόσες βροχές θα πέσουν γεμίζοντας νερό την αφυδατωμένη ύπαρξη μας,

Λησμονώντας έντεχνα θαρρείς την μαύρη μοίρα της μοναξιάς


Για τί πάντα ζω ετεροχρονισμένα τον πόνο και την αγάπη

Πως ο νους καταφέρνει να ξεφεύγει από τον χρόνο, στην στιγμή

Επαναφέροντας το πριν στο θλιμμένο παρόν;


Ποίες χίμαιρες σε σέρνουν στης λήθης τα μονοπάτια

Ποια όχι θα δαμάσουν άτεχνα τα θέλω της ψυχής μας;

Ποία ναι θα διαμορφώσουν την μιζέρια της νέας μας ζωής


Σπάσε τα δεσμά του χρόνου, της ύπαρξης, της φυλακής μας


Έλα στους υδάτινους μονόδρομους της ελευθερίας του έρωτα μας

Ξύπνησε η ηδονή του θείου κορμιού σου

Την ώρα της απόλυτης υποταγής του στο μάταιο παιχνίδι του δυιλισμού

Με παρασέρνει στα δικά του κιτάπια, ερήμην μας


Έλα αετέ μου, στις αγκάλες του Απόλλωνα

Έλα Διόνυσε να πιούμε μαζί τα αρώματα του φωτός μας

Πάμε πουλί μου, στην άκοσμη ζωή της υπέρβασης μας

Σε περιμένω να γίνουμε ένα, πότε του ενός

Γυμνές υπάρξεις

Τι γυρεύεις στους κάμπους

Στις κρύες χίμαιρες των νεκρών;

Άβυσσος χαράζει στα μάτια

εκείνων που ποτέ σπαρακτικά δεν πόθησαν,

όσα ανείπωτα τους καταδίωκαν


Κι εκεί που ψάχνεις για να βρεις

Τις κούφιες λέξεις ποιητών

Μια θάλασσα μαύρη, αέρινη, στοχαστική

σε γυρνά ξανά στον κόσμο

σαν βλέφαρα που λυγίζουν από στεναγμό



Που πας καπετάνιε

Με φουρτούνες, μοναχικός

Πως γυρνάς γυρεύοντας κλεμμένες κραυγές ανθρώπων

δεν έκλαψες εσύ τάχα στην γέφυρα ξημέρωμα του μπάτη;


Χίμαιρες σε εξουσιάζουν

Κι οι κραυγές των ημερεμένων σε γυρνούν γοργά

εκεί που η νύχτα μάγιστρα σκοτεινά φανερώνει τις γυμνές αλήθειες

και το φως κάνει παιχνίδι με την άδολη, άγονη, ανύπαρκτη ύπαρξή του


Χαμογέλα, ήρθε η ώρα της καρδιάς μου

Έρωτος κέλευσμα

Πανσπερμία άστρων, αισθήσεων, πόθων

γενεσιουργικές επιθυμίες έρωτα

Πως με μάγεψες θαλασσινό φεγγάρι;

Αλυτρωτικές μαινάδες οι φωνές των ζευγαριών

Ορφικές σειρήνες η θύμηση των λόγων σου


Της Αμοργού αστέρι, της Κυλλήνης σπινθήρας

Από ποια μάνα αγριμιού γεννήθηκες

άνθρωπε της μοναξιάς μου;

Κύματα τα χέρια σου πλεύρισαν τα κατάρτια μου

Διονυσιακό άγγιγμα η όψη σου στην ημισέληνο


Που θα σε βρώ καημέ μου, ποίες νέες χίμαιρες

προσμένουν την αγέρινη ύπαρξη μου;

Κλάματα αλήθειας όλα τα φιλιά

στιγμές χειλιών λαχτάρισα να κλέψω

Θαλασσινά μάτια της ευτυχίας μου, ξορίστηκα


Ποίο θέρος θα μεριέψει τον καημό μου;

Τέκνο της απελπισίας μου, φορέα των αναγκών μου

τιθασευτή του φευγιού μου, ονειρευτή του ριζικού μου

Ταξίδεψε με στης Χιλής τα χρυσά μονοπάτια

στου Αλγερίου τα βρώμικα σοκάκια, στην Βαγδάτη της ελπίδας


Την αγία νοσταλγία της τελείωσης μην μου αρνηθείς

Όλες τις γυναίκες των ανθρώπων μέσω μου τίκτω

Πριν σε δω, όταν σε γεύτηκα, στον αιώνα τον για σε

Προσμένουν όλες, μαία ομορφιάς να φανερωθείς

κεριά κατάχαμα απλωμένα τα σωθικά μου


Πιες το αλαβάστρινο ποτό των Φαιάκων

Αντάμωσε την χαραυγή στης Περσεφόνης το σκοτάδι

Στα στήθια μου η αρχή, στις άκρες των δακτύλων σου σημάδι

Μέθυσε τον τόπου σου, άρωμα ρόδου αμάραντου

Δεν υπάρχει Άδης για εμάς, τον έθαψε η αγάπη



Του Πίνδαρου Λύρα μάγεψες τον κόσμου μου ολούθε

Παλιό κρασί με πότισες κελευστή της γέννησης μου

Ποίο πάθος ορμά να πνίξει την μορφή μου;

Το κορμί μου κρύψε στον ίσκιο σου για πάντα

Άντρα των προφητειών, ποτέ δικιά σου μην με κάνεις!

Τρίτη 8 Ιουλίου 2008

χαρισμένο

Ποίος πονεί και δεν το λέει
Ποίος συλλογιέται δίχως να πονά;
Ποίος λέει παραμύθια δίχως να χει αγαπήσει;
Πως παλεύεις πουλάκι μου, άμα δεν σου κόψουν τα φτερά;

Τι είναι εκείνο που κινεί την φύση;
Τι είναι κείνο που τρέφει τον άνθρωπο;
Πως μπορεί να μιλά χωρίς ελευθερία;
Τι είναι η ελευθερία; Τι νόημα τάχα έχει χωρίς τον άνθρωπο, τα ζώα, τα φυτά;

Από πού ξεκινάν τα αρχέγονα ερωτήματα; Που βρίσκουν την απάντηση εάν όχι στον εξωτερικό κόσμο;

Αγάπησα πουλάκι μου, και έδωσε στην καρδιά μου κρύο που έγινε φωτιά.
Πυρκαγιά έλουσε τις μέρες μου, μάχη ο αιθέρας, πόλεμος η ματιά.
Κι εσύ μου ζητάς να πλάσω τον μικρόκοσμο εκεί που σπορά πια δεν έχει;

Τα μεγάλα δεν ζητώ, όπως εσύ!

Λίγα, μικρά, απλά, μεστά!
Σαν τον αγώνα του οκτώβρη, σαν τις φλόγες του νίοβρη.
Εκείνα που σε κάνουν πλάσμα, εκείνα που σου ξυπνάν όσα νόμιζαν πέθαναν

Πώς να δω τον κόσμο άσχημο, πνιγερό;
Πώς να κοπάσω την ματιά μου στα άϋλα θαύματα του γιαχβε;
Πώς να τραφώ με αποφάγια;

Πώς να κρύψω την μορφή μου, πίσω από κουρτίνες θολών ιδανικών;
Πως μιλάς άνθρωπε, άμα σου βάζουν ξένα φτερά;
Πως ονειρεύεσαι άνθρωπε, όταν στον ουρανό βλέπεις πρόκες τα φτερά σου;
Πώς να ξορκίσεις την αναπνοή, μέσα στα τσιμέντα της υποκριτικής;
Πώς να αγαπήσεις, παιδάκι μου, άμα κ το γάλα σου γάργαρο δεν μπορείς να πιείς;
Που πήγαν οι σκέψεις σου, αγοράκι μου, όταν μπήκες στο κελί της καθημερινής σου συμφοράς;
Πώς να αγριέψουν οι ανάγκες σου, μάτια μου, όταν ψάχνεις το ψωμί στους κέρινους φαλλούς τους;

Φωτιά και αέρας, νερό και ξέρα, έλα να ακονίσεις τα μαχαίρια σου πάνω μου
Βάλε στα μάτια μάνταλα και τρέχα να βρεις εκείνη την ζωή που σκιάζεσαι να κάμεις

Έλα να πλημμυρίσουμε την γη με μυρωδιές, έλα να γεννήσουμε δραπέτες.
Έλα να ποθήσουμε όσα μέχρι χθες δεν ξέραμε, έλα να τελείωσουμε όσα ποτέ δεν ξεκινήσαμε

Σ αγαπώ

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

το κελί σου

Δεν μπορείς να φυλακίσεις μια ψυχή που έγινε θηρίο
Ούτε να την σκοτώσεις μπορείς
Μόνη της μάτωσε,
μόνη της εγκλωβίστηκε σε ράχες βουνοκορφών

Ένα θάνατο αλλιώτικο ζητούσε, ίσως για εκείνη την ζωή
Που θα θέλε να ζούσαν όλοι όσοι κάρπισαν το είναι της,
Όσοι έμπασαν την πίκρα τους στο ποτήρι της χαράς της

Πώς θα σκοτώσεις, κείνον που δεν γεννήθηκε άβουλα ποτέ
Πώς θα υποτάξεις το βλέμμα που γέννησε
στην στεριά την πιο ήσυχη θάλασσα

Πολλές φουρτούνες κατέστρωσες, αδερφέ μου
Πολλούς τρόπους έβαλες στους κανόνες της αρχής
Μα δεν έμαθες ακόμα την φύση όσων εκκινούν για το τίποτα νικητές

Δεν είσαι εσύ που είσαι πιο μικρός
Ούτε ο αδερφός μου είναι πιο μεγάλος
Δεν έχουμε μεγέθη στα σίδερα εμείς
Δεν χωράνε μέτρα οι φυλακές από τσιμέντο

Το όνειρο σου έμεινε λειψό και οι ανάγκες σου θεριέψαν
Πότε δεν έκαμες σε αυτές όσα προσπάθησες με έμενα
Μην φυλακίζεις το κελί σου, θα σου διδάξει την ηθική του

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

μεθυσμένες μοναξίες

Λίγο κονιάκ, μάρκος στα γραμμόφωνα

έρεβος τα μάτια θωρρούν

σιωπηλή η νύχτα, έναν ήχο περιμένει

να νίωσει πως και αυτή παραμένει ζωντανή

κρύα τα ξένα και τα πορτόφυλλα κλειστά

στα μάτια τρέχουν δάκρυα οι αναμνήσεις

από καταστρώματα γέρικων καραβιών

οι παραισθήσεις των ερωτευμένων

οι αισθήσεις των ναυγών

καλημέρα αγάπη μου, ξημέρωσε το χθες

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

Σαν σήμερα


Σαν ίσκιος κάθεσαι κατάχαμα
και σβήνεις στην αναπνοή σου
τα κεράκια από τα μελλούμενα γραμμένα μου.


Σαν ήλιος δαγκώνεις τους μορφασμούς μου
παλεύεις να κάψεις με την ματιά σου
τις μοίρες του παρελθόντος χρόνου μου.


Κυπαρίσσι ψηλό θαρρείς πως είσαι,
κλέβεις τα μυστικά μου
και ορθώνεσαι εμπρός τους
γνωρίζοντας από πριν την καταδίκη μου


Πέτρα στιβαρή η ανδρίκια ύπαρξη σου
κλεμμένα συγχαρήκια μοιάζουν τα στήθια σου
μύριες δικές μου σιωπές κέρδισες για να σταθείς
αγέρωχος εμπρός τους,
σε κοιτώ


Θαρρείς εξουσιάζεις την παρουσία μου;
Καγχάζεις στα υγρά μονοπάτια της συντροφιάς σου
Νοιώθεις να με κυριεύεις ακόμα,
σε αναζητώ


Αλήθεια ακόμα νοσταλγείς
τα από καιρό κατακτημένα;
Δώσε στα θέλω σου φωτιά
Ίσως να παραλύσουν τα πρέπει
που σε κέρωσαν


Η πλεονεξία της φειδωλής ιδιοκτησίας
Της σάρκας και του νου
Σε έστειλε στον Άδη της φτηνής αιδούς της
Καληνύχτα αγάπη μου, σε 'πνιξαν οι κτήσεις

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

πατρίωτης... είσαι;

Πόσες φορές τραγούδησα τον Νικόλα, πόσες φορές βροντοφώναξα, σαν θα με καλέσει η πατρίδα τον εχθρό να πολεμήσω, θα τους πω δεν έχω γω πατρίδα;

Πόσες φορές δεν βρέθηκα στο στόχαστρο πρώην και νυν συντρόφων, πάνω στις έμορφες κουβέντες μας για την λευτεριά, πως παραείμαι διεθνίστρια, πως ξεχνάω τι σημαίνει και πόσο σημαντικό ρόλο παίζει το συλλογικό είναι.

Και ύστερα να σου πάλι τα επιχειρήματα για τους τούρκους κατακτητές μας, που δεν μπορούμε και δεν πρέπει έτσι εύκολα να λησμονήσουμε το κακό που σκόρπισαν στον τόπο μας…

Δεν ξεχνάμε…δεν πρέπει να ξεχάσουμε, λαός χωρίς μνήμη είναι νεκρός στριγκλίζουν κάθε λογής τσαρλατάνοι…Ποία μνήμη μονάχα δεν μας είπαν; …Ποία μνήμη δεν πρέπει να κοιμηθεί στις λήθης τα πλοκάμια; …

Είναι όμως και εκείνοι οι άλλοι οι φίλοι και οι σύντροφοι, που βρικολάκιαζαν να με ακούν κάθε φορά που μου λείπουν οι δικοί μου άνθρωποι, για την πανέμορφη και μοναδική Κυπαρισσία, που άλλη τόσο ξακουστή και πεντάμορφη στον κόσμο δεν υπάρχει, ακόμα και τα άσχημα της …είναι μοναδικά άσχημα, άρα της χρωστώ έναν ακόμα λόγο τίμησης.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, σαν να προσπαθώ να εκλογικεύσω τον εθνικισμό, χμ, πατριωτισμό μου, κάνοντας τον τοπικισμό… Ίσως έτσι η συνείδηση μου είναι πιο καθαρή, απέναντι στις ταξικές μου υποχρεώσεις…

Και εκεί που πίστευα πως τάχα μου τα έχω βρει με τις πατρίδες και τις υπόλοιπες νοθευμένες ψευτο-συλλογικές συνειδήσεις.

Να σου η αποστομωτική ερώτηση από μια φίλη, αριστερή Γερμανίδα…

Και γιατί περικαλώ, είσαι περήφανη για την όποια καταγωγή σου; Γιατί μας υπερηφανεύεσαι για την πατρίδα σου; Τι είναι εκείνη που σε κάνει να γελάς κάθε φορά που βρήκες άλλη μια λέξη με ελληνική ρίζα και κατανόησες καλύτερα την γερμανική γλώσσα; Τι είναι εκείνο που σε έκαμε να μειδιάς μπροστά από το ελληνιστικό θέατρο στο Αμάν; Τι ταξίδια έκαμες όταν οι έμποροι στο λιμάνι του Πόρτ Σαιντ σε φλέρταραν στην γλώσσα σου;

Και τέλος γλυκεία μου, γιατί μπορείς να απολογηθείς και να κατακεραυνώσεις τους Συνταγματάρχες μα όταν φτάνουμε στον Χίτλερ αρνείσαι την δική σου ευθύνη, μη αισθανόμενοι τύψεις, μιας και άλλοι τον εξέλεξαν, άλλοι τον έβγαλαν στην εξουσία, καθόσον οι δικοί σου στην κουτσουλιά εκείνη της γης ήταν με τον Άρη;

Δεν ξέρω αν είμαι περήφανη που γεννήθηκα σε τούτα εδώ τα μάρμαρα, μα βλέποντας χθες μια ταινία του Κούνδουρου, τα τραγούδια της Φωτιάς, ρίγησα ακούγοντας την Ρωμιοσύνη, άναψα τσιγάρο μόλις είδα την Μελίνα να τραγουδά τις συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά, σχεδόν βούρκωσα στην σκέψη πως ο Αρχάγγελος της Κρήτης δεν θα μου τραγουδήσει ποτέ, έβαλε ο Θεός σημάδι παλικάρι στα Σφακιά, μα χαμογέλασα πάλι όταν σκέφτηκα το βράδυ στην Μακρόνησο ένα παιδί μεταναστών να τραγουδά το γελαστό παιδί…


Ξέρω πως η λέξη περήφανη δεν μπορεί να χαρακτηρίσει τα συναισθήματα μου, για πολλούς λόγους, μα ξέρω κιόλας πως είναι τόσα τα δάκρυα που τρέχουν άθελα τους μόλις θωρούν το γαλάζιο του Πελάγου μας, που δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ, τι είναι εκείνο που λέγεται πατρίδα και πως γίνετε να το αποποιηθούμε; Πόσο υγιές ή μη υγιές είναι η όποια στάση; Και τελικά σε μια χώρα, που μόλις σήμερα αποχαιρέτησε για πάντα, έναν Άνθρωπο της τέχνης, τον άνθρωπο που έδωσε πνοή στους στίχους

Λένε πως ο άνθρωπος πρέπει την πατρίδα ν' αγαπά,

έτσι λέει κι ο πατέρας μου συχνά.

Η δική μου η πατρίδα έχει μοιραστεί στα δυο,

ποιο από τα δυο κομμάτια πρέπει ν' αγαπώ;


Πως μπορείς να πεις πως και μόνο ο ήχος της λέξης πατρίδα δεν σε ριγεί, δεν σε ωθεί, δεν σε προτρέπει να αγωνιστείς για τα χρωστούμενα;

Σάββατο 12 Απριλίου 2008

Για ποίον έρωτα μου μιλάς;


Καμία φορά ρωτάν πολλοί, γιατί θέλετε πια να αλλάξετε τον κόσμο, τι είναι αυτή η εμμονή με την εκμετάλλευση και την αλλοτρίωση;

Φτιάξε την δική σου δουλίτσα, να μην έχεις αφεντικό, βρες και έναν λυγερόκορμο, να σου αραδιάσει τα κουτσούβελα, βγες στην γύρα, γλέντα, κάνε και κανένα ταξίδι σε κάποιον εναλλακτικό τουριστικό προορισμό, άκου λίγο Σαββόπουλο, δες και καμία ερασιτεχνική παράσταση και εκεί που θα τα πίνεις με όλους τους άλλους ματαιωμένους, θυμήσου και λίγο τον Μαρξ, έτσι για την σφραγίδα του επαναστάτη.

Αλλά κοπελιά μου, άσε τις δοξασμένες χίμαιρες για την βιβλιοθήκη σου…


Σαστίζω καμία φορά, μπροστά σε τόσο κομφορμισμό, και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω

Και κάπου εκεί, μου έρχεται στο μυαλό το όνειρο της νένας μου, και των κοριτσιών από τα σχολικά μου χρόνια, και μετά οι τόσο φρικτές συζητήσεις των εξοργισμένων νιάτων και μη, όταν η Μαργαρίτα πάει με τον Κωνσταντίνο για ένα βράδυ μονάχα!, και ο Λάμπρος απατήσει την Πέρσα με τον Θανάση…

Εντάξει είναι και εκείνα τα πιο σοφτ, όταν ο Γιάννης ερωτευτεί την Αφροδίτη και εκείνη του ζητήσει γάμο τώρα και όχι αύριο.

Και πώς να απαντήσεις μετά, πως γι αυτό θέλω να αλλάξω τον κόσμο, γι αυτό ο καπιταλισμός πρέπει να ανατραπεί, γιατί μήτε τον έρωτα δεν γευόμαστε, ακόμα κ αυτόν πίσω από έναν ορυμαγδό ψευδεπίγραφων ονείρων και συμβάσεων, προσπαθούμε να τον βιώσουμε


Θα αφήσω να μιλήσει η τέχνη, που ξέρει καλύτερα να αποκρυσταλλώνει την αλήθεια

« Η μυθολογία δεν άφησε κανέναν Άδωνι να γεράσει. Τον φόνευε κάθε χειμώνα, τον μοιρολογούσε και τον ανάσταινε, πανηγυρίζοντας, αμετάλλογο, με την άνοιξη, για την άλλη ακόρεστη κι ανανεωμένη, με διάφορα κόλπα αυτή, την Αφροδίτη.

Θεά του έρωτα; Λάθος. Η ελευθερία! Το ίδιο απολίθωσε και την ομορφιά του Νάρκισσου σ ένα μεθυστικό λουλούδι. Ας τους άντρες να ψάχνουν τον φαλλό τους γερνώντας και να νομοθετούν απαγορεύσεις για μας, διαπιστώνοντας ότι η γαμική αιωνιότητα απαιτεί αναγέννηση άρα και θάνατο. Ωραία μας την φέρανε! Η νιότη είναι τόσο φευγαλέα όσο κι ο θεός. Υπάρχουν;»

Έρωτας, φιλία, γάμος, παιδιά, οικογένεια, ομορφιά, νιότη, σπινθήρες στα μάτια

Φωτιά η γλώσσα μας..

Κάθε μέρα, τόσες πολλές επαναλήψεις, τόσοι στοχασμοί…

Και κάθε φορά, ξεκομμένα, από την έξω ζωή

Σαν να προστάζουμε τον εαυτό μας να διαχωρίσει το κοινωνικό είναι του, με το ερωτικό…

Σαν να θέλουμε να πείσουμε την φύση μας, πως αφού μας ξεζούμισε η μέρα όλα τα κουράγια μας, όλα μας τα ερεθίσματα και τα ευτυχισμένα χαμόγελα, ξάφνου όταν κλείσει η πόρτα και φανεί η θέα τους γυμνού κορμιού του πόθου μας, όλα γίνονται χτες…

Πόσο αλήθεια αντέχουμε την αλήθεια; Και ποία είναι αυτή, για να μπορεί γυμνή, αισθαντική, ρηξικέλευθη, ωμή να κάνει έρωτα στην ουσία μας, και να μας οδηγήσει στην απελευθέρωση από όλα τα δεσμά του μικροαστικού οργασμού μας…

Και εκεί έρχονται τα λόγια ενός ποιητή, να δέρνουν τον ιδιοκτησιακό οργασμό που πεθαίνει κάθε δύναμη πραγματικής, ουσιαστικής αλληλο-ύπαρξης των εραστών


Άδειασες ύπουλα το εγώ σου στο εγώ μου
πέρασες μέσα απ' το μυαλό μου στους ιστούς
κι όταν ζητάω να ξαναβρώ τον εαυτό μου
δεν έχω πια ούτε εγώ ούτε γνωστούς
να μου θυμίζουνε το τέως είδωλό μου

Ο ένας για τον άλλο ένα και το αυτό
κι ο ένας μες τον άλλο ένας και κρυφτό

Κόλλησες βίαια τη σκιά σου στη σκιά μου
για να 'μαι ανύπαρκτος σε φώτα χωριστά
κι όταν γυρεύω αυτά που νόμιζα δικά μου
δε βρίσκω ούτε απ' τη σκιά μου ποσοστά
να συμπληρώσουνε το πρώην περίγραμμά μου

Ο ένας για τον άλλο ένα και το αυτό
κι ο ένας μες τον άλλο ένας και κρυφτό

Μίλα ψυχή μου

Ποιος είσαι, φίλε
δε σε ξέρω, φίλε
πες μου τ' όνομά σου
άλλα λόγια δε ρωτώ απόψε.


Τσιγάρο, φίλε
τη φωτιά σου
δως μου
κάθισε κοντά μου
λίγο έτσι για να ζεσταθώ απόψε.


Κι αν κλάψω, φίλε
θα 'ναι που 'μαι μόνη
και φοβάμαι, Θέ μου
δείχνω μα δεν είμαι δυνατή.

Τα φώτα σβήσε
και την πόρτα κλείσε
πλάι σου θα πέσω
πέτρα στο νερό και ας χαθώ απόψε.

Τρομάζω, φίλε
φλόγα η ματιά σου,

άγγελε της νύχτας

στις φτερούγες σου θα μπω απόψε.


Ρωτάς ποια είμαι
ποια στ' αλήθεια είμαι
να που κάποιο ψέμα
πρέπει να βρω πάλι για να πω απόψε.

Μη φεύγεις, φίλε
λίγο ακόμα μείνε
πώς φοβάμαι, Θέ μου
δείχνω μα δεν είμαι δυνατή.


Αντίο, φίλε
μόνη τώρα μένω
κάποιο τρόπο θα βρω
για να ξεχαστώ και πάλι απόψε, φίλε.

Τρίτη 8 Απριλίου 2008

ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ '08

ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ '08




















ΣΤΙΣ 9 ΑΠΡΙΛΗ


ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ - ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ
ΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΙΝΗΣΗ
ΣΕ ΑΕΙ ΚΑΙ ΤΕΙ







Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

μέχρι τέλους

Κόντρα στο καιρό,
κόντρα σε όσα θέλουν να μας ταισούν
τα δουλικά των αφεντάδων

σε όσα νομίζουν πως μας παρασέρνουν
οι εραστές, των δικών ...μας
κτητικών ονειρώξεων


Μην βιάζεσαι αγαπούλα

μην τράβας το σκοινί αγαπημένη

μην δίνεις ουσία στην πακτωλή ύπαρξη μου

κρατήσου, μάζεψε δυνάμεις

σκέψου, μιλά, δώσε κι άλλο

μα μην ζητάς, είναι αμαρτωλό

δεν θα πάρεις τίποτε

μονάχα όσα προκαλείς